εσάρπα

και σάρπα, η
συμπλήρωμα τής γυναικείας ενδυμασίας, κάλυμμα τών ώμων και τής ράχης, σε σχήμα παραλληλόγραμμο ή τριγωνικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. echarpe < αρχ. γερμ. scharpe. Στη ΝΕ χρησιμοποιείται και ο τ. σάρπα, με σίγηση τού αρχικού άτονου ε-].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μπουτάν — Κράτος της νότιας Κεντρικής Ασίας. Συνορεύει Β και ΒΔ με το Θιβέτ και Α, Ν και ΝΔ με την Ινδία.Το Μ., σχεδόν απρόσιτο ανάμεσα στην οροσειρά των Iμαλαΐων και αγκιστρωμένο στις παραδόσεις του, παραμένει στο περιθώριο των διεθνών πολιτικών εξελίξεων …   Dictionary of Greek

  • λαός — Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα B με την Κίνα και το Βιετνάμ, στα Α με το Βιετνάμ, στα Ν με την Καμπότζη, στα Δ με τη Ταϊλάνδη και στα ΒΔ με τη Μυανμάρ.Tο Λ. είναι το μοναδικό κράτος της χερσονήσου της Ινδοκίνας που δεν βρέχεται… …   Dictionary of Greek

  • μαντίλια — η δαντελένια ή πλεκτή εσάρπα, καλύπτρα για το κεφάλι και τους ώμους, εξάρτημα τής παραδοσιακής ενδυμασίας τών Ισπανίδων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. mantilla] …   Dictionary of Greek

  • μποξάς — ο 1. τετράγωνο ύφασμα για περιτύλιξη ρούχων ή επικάλυψη διαφόρων αντικειμένων 2. σάλι, εσάρπα 3. δέμα ρούχων, μπόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bohca] …   Dictionary of Greek

  • νεφέλωμα — (Αστρον.). Η χρήση του τηλεσκόπιου στην παρατήρηση του ουρανού επέτρεψε στους αστρονόμους να ανακαλύψουν σε πολλά σημεία του ουράνιου θόλου μερικούς ιδιάζοντες διάχυτους σχηματισμούς, με διάφορα σχήματα και διαστάσεις, ελαφρά φωτεινούς και λευκού …   Dictionary of Greek

  • σάρπα — (I) η, Ν βλ. εσάρπα. (II) και σάρπη, η, Ν βλ. σάλπη …   Dictionary of Greek

  • Ντάνκαν, Ισιντόρα — (Isidora Duncan, Σαν Φρανσίσκο 1878 – Νίκαια 1927). Βορειοαμερικανίδα χορεύτρια. Το πάθος της για την τέχνη και το χορό που εκδηλώθηκε πολύ νωρίς την έκανε να συλλάβει την ιδέα ενός χορού ελεύθερου, εμπνευσμένου από την ίδια τη φύση. Η πρωτότυπη… …   Dictionary of Greek

  • Σουηδία — Κράτος της Βόρειας Ευρώπης μεταξύ της Φινλανδίας και της Νορβηγίας.H Σουηδία (Konungariket Sverige) είναι η μεγαλύτερη από τις σκανδιναβικές χώρες. Tα σύνορά της, που καθορίστηκαν μόνιμα με το Σύμφωνο της Bιέννης (1815), ορίζονται φυσικά από την… …   Dictionary of Greek

  • σάρπα — I σάρπα, η και σάλπα η είδος ψαριού. II σάρπα, η και σάλπα, η (λ. γαλλ.), εσάρπα: Είχε ριγμένη στους ώμους της μια μεταξωτή σάρπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.